Ο λιθοξόος (Αισώπου μύθοι)

Ακούστε τον από την Ηλέκτρα και τον Μάκη (μαθητές του Β2) Ο λιθοξόος

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένας λιθοξόος που παραπονιόταν διαρκώς για τη ζωή του. Μια μέρα, πηγαίνοντας στο σπίτι ενός πλούσιου εμπόρου για να πουλήσει ένα αγαλματίδιο που είχε φτιάξει, παρατήρησε με ζήλια τη χλιδή μέσα στην οποία ζούσε ο έμπορος και ελεεινολογώντας τον εαυτό του, ευχήθηκε να γίνει σαν αυτόν.

Προς μεγάλη του έκπληξη, η ευχή του ως δια μαγείας εκπληρώθηκε κι ο άνθρωπός μας ευτυχισμένος, ζούσε μέσα στην πολυτέλεια, απολαμβάνοντας τα πλούτη και την εκτίμηση των συνανθρώπων  του.

Σύντομα όμως διαπίστωσε πως υπήρχαν γύρω του άνθρωποι με περισσότερη δύναμη και επιρροή και αυτό τον έθλιβε. Κάθε φορά που γνώριζε λοιπόν κάποιον τέτοιον ευχόταν να ήταν ο ίδιος στη θέση του. Και η ευχή με τον ίδιο πάντα μαγικό τρόπο πραγματοποιούνταν.

Όταν πια έπαψε να συναντά ανθρώπους πιο ισχυρούς από αυτόν, έστρεψε το βλέμμα του στον ουρανό για να ευχαριστήσει το Θεό. Ένας λαμπερός ήλιος στεκόταν ψηλά στον ουρανό σκορπίζοντας ζωή στον κόσμο. Τότε μια τρελή ιδέα καρφώθηκε στο μυαλό του και φώναξε με λαχτάρα: « Εύχομαι να ήμουν ο ήλιος!»

Αμέσως έγινε ο ήλιος, κι άρχισε να ταξιδεύει στον ουρανό λούζοντας με τις αχτίνες του τη γη.
Μα ξάφνου, ένα μεγάλο μαύρο σύννεφο πέρασε από μπροστά του, και τον έκρυψε από τα μάτια των ανθρώπων.

«Πόσο ισχυρό είναι αυτό το σύννεφο!» , μονολόγησε. «Μακάρι να ήμουν σύννεφο!»
Αμέσως μεταμορφώθηκε σε βαρύ, μαύρο σύννεφο μα σύντομα κατάλαβε ότι παρασυρόταν από μια μεγαλύτερη δύναμη, τον άνεμο.

«Πόσο ισχυρός είναι ο άνεμος! Μακάρι να ήμουν ο άνεμος!»
Αμέσως έγινε άνεμος, και φυσούσε μανιασμένα ξεριζώνοντας δέντρα και παρασύροντας τα πάντα στο διάβα του, ώσπου βρέθηκε μπροστά σε έναν θεόρατο βράχο, που δεν μετακινούνταν καθόλου, παρά την προσπάθειά του. Όταν πια κατάλαβε ότι ο βράχος ήταν πιο δυνατός από αυτόν ευχήθηκε να μεταμορφωθεί σε βράχο.

Αμέσως έγινε ένας δυνατός, τεράστιος βράχος και ένιωσε την ευτυχία να τον πλημμυρίζει. Έτσι όπως στεκόταν απολαμβάνοντας τη δύναμή του, άκουσε ένα μεταλλικό ήχο να έρχεται από χαμηλά και ένιωσε ένα δυνατό πόνο να διαπερνά το σώμα του.

«Τι μπορεί να είναι πιο ισχυρό από εμένα;», απόρησε.
Κοίταξε κάτω, και είδε έναν λιθοξόο…

 

 

Το παιδί και το ψαράκι

Ακούστε τον από την Φωτεινή την Χριστίνα και τον Βασίλη (μαθητές του Δ2, Β2 και Β1 αντίστοιχα) Το παιδί και το ψαράκι

Μια φορά, ήταν ένας γέρος και μια γριά κι είχαν μόνο ένα παιδί και το σπούδαζαν. Ήταν φτωχοί άνθρωποι, κακόμοιροι. Ήταν ο γέρος ψαράς, εψάρευε και ζούσαν και ζούσε και το παιδάκι. Ο γέρος όμως αρρώστησε και πέθανε και το παιδί παράτησε τα γράμματα.

– Μάν, λέει μια μέρα το παιδί, θα μάθω την τέχνη του πατέρα.

– Μα εγώ παιδί μου, σ? έχω για να σε σπουδάσω. Δε σ? έχω για να πας, να γίνεις ψαράς!

– Όχι μάνα, θα μάθω του πατέρα μου την τέχνη. Μόνο να μου βρεις τα σύνεργα της ψαρικής, σε παρακαλώ.

Αναγκάστηκε λοιπόν η μάνα του και βρήκε τα σύνεργα της ψαρικής του πατέρα του. Τα παίρνει το παιδί και πάει στο ψάρεμα. Μόλις έφτασε κάτω στη θάλασσα, κατεβάζει το καλαμίδι, βάνει το δόλωμα στο αγκίστρι και το ρίχνει μέσα στη θάλασσα. Πέρασε λίγη ώρα κι ένα ψαράκι τσίμπησε το δόλωμα. Σηκώνει το καλαμίδι και βγαίνει το ψαράκι. Τότε το ψαράκι μίλησε και του λέει:

– Τι θα καταλάβειθ αν με φαθ, που είμαι τόθο δα μικρό κι όλο κόκαλα. Παράτηθέ με να μεγαλώθω κι έρχεθαι μετά και με πιάνειθ.

– Και πως θα σε βρω εγώ μέσα σε τόση θάλασσα;

– Θα με φωνάκθειθ το όνομά μου.

– Και πως σε λένε;

– Με λένε Νου.

Το παιδί πέταξε το ψαράκι στη θάλασσα. Ξαναβάζει πάλι δόλωμα στο αγκίστρι και το ξαναρίχνει, πάει πάλι το ίδιο ψαράκι και το πιάνει. Μιλεί το ψαράκι και του λέει:

– Τι θα καταλάβειθ αν με φαθ, που είμαι τόθο δα μικρό κι όλο κόκαλα. Άθε με να μεγαλώθω θε παρακαλώ κι έρχεθαι και με κθαναπιάνειθ άλλη φορά.

– Α, λέει, δε σ? αφήνω, γιατί έπιασα άλλο ένα και το άφησα κι εκείνο.

– Άφηθέ με κι εμένα, να μεγαλώθω θε παρακαλώ κι έρχεθε και με πιάνειθ πάλι μετά.

– Και που θα σε βρω εγώ, να σε ξαναπιάσω μέσα σε τόση θάλασσα;

– Θα με φωνάκθειθ τ? όνομά μου.

– Και πως σε λένε;

– Με λένε Γνώθη. Να με φωνάκθεις και μονομιάθ θα θου παρουθιαθτώ.

Παρατάει το παιδί το ψαράκι, πάει λίγο παρέκει, ρίχνει το καλαμίδι του και ξαναπιάνει πάλι το ίδιο ψαράκι. Και είπε:

– Καλό είναι αυτό να το πάρω. Να το πάω σπίτι, να το τηγανίσει η μάνα μου.

Και το ψαράκι του είπε:

– Γιατί να με παθ θτη μάνα θου, έτθι μικρό που είμαι. Άφηθέ με να μεγαλώθω κι έρχεθαι θε 8 μέρεθ ακριβώθ και με κθαναπιάνειθ.

– Και που θα σε βρω, να σε πιάσω;

– Φώνακθε τ? όνομά μου, με λένε Θουβλή.

 Παρατάει κι αυτό το ψάρι, εβράδυασε κι όλας η μέρα και φεύγει και πάει στο σπίτι του.

– Καλησπέρα μάνα μου.

– Καλώς το παιδί μου.

– Που είναι τα ψάρια που έφερες.

– Έπιασα μάνα μου τρία και μου είπαν να τ? αφήσω να μεγαλώσουν κι ύστερα από 8 μέρες να πάω, να τα πιάσω.

Πέρασαν οι 8 μέρες και το παιδί θυμήθηκε τα ψάρια. Πάει τρέχοντας στη θάλασσα και φωνάζει μ? όλη του τη δύναμη.

– Νου! Νου! Νου!

Από τα βάθη της θάλασσας, ακούει μια φωνή, να λέει:

– Αν είχεθ νου δε θα μ? άφηνεθ.

Ύστερα φωνάζει:

– Γνώση! Γνώση! Γνώση!

Το ψαράκι πάλι φωνάζει:

– Αν είχεθ γνώθη δε θα μ? άφηνεθ.

Ύστερα θυμήθηκε και φωνάζει:

– Σουβλή! Σουβλή! Ρε Σουβλή!

Και το ψαράκι του απαντά:

– Θτη μύτη να θου μπει!

Κι έτσι το παιδί κατάλαβε πως το κορόιδεψαν κι από τότε έβαλε μυαλό.

 

Ο Γεωργός και τα Παιδιά του (Αισώπου μύθοι)

Κάποτε ένας γεωργός αρρώστησε βαριά. Κάθε μέρα που περνούσε όλο και χειροτέρευε. Τότε κατάλαβε ότι πλησιάζει το τέλος του και κάλεσε κοντά του τους δύο γιους του, που ήταν δυνατά και γεροδεμένα παλικάρια, αλλά είχαν ένα μεγάλο ελάττωμα: την τεμπελιά.

Έτσι με αδύνατη και κουρασμένη φωνή τους είπε :

– Παιδιά μου εγώ τώρα φεύγω απ’ αυτόν τον κόσμο και αφήνω στα χέρια σας ότι έχω. Εγώ δούλεψα όσο μπορούσα. Τώρα είναι η σειρά σας να δουλέψετε για να μη χαθούν όλα αυτά που θα σας αφήσω. Μέσα στο αμπέλι λοιπόν σας έχω αφήσει όλη μου την περιουσία. Τον θησαυρό τον έχω κρύψει πολύ καλά αλλά αξίζει τον κόπο που θα κάνετε για να τον βρείτε γιατί θα σας κάνει πλούσιους. Προσέξτε όμως καλά. Θα είναι δικός σας μόνο αν τον βρείτε χωρίς να χαλάσετε τα κλήματα από το αμπέλι. Και κάτι ακόμα : να τον μοιράσετε δίκαια….
Και μ’ αυτά τα λόγια αποχαιρέτησε τα παιδιά του.

Τα παιδιά πέρασαν μέρες λύπης. Τα τελευταία λόγια του πατέρα τους ερχόταν συνέχεια στο μυαλό τους. Έτσι ένα ωραίο πρωινό στις αρχές της άνοιξης πήραν από ένα τσαπί κι από ένα κλαδευτήρι και τράβηξαν κατά το αμπέλι.

Όταν έφτασαν λοιπόν στο αμπέλι κοίταξαν ολόγυρα πολλή ώρα. Κανένα όμως σημάδι δεν έδειχνε πως εκεί μπορούσε να είναι ο θησαυρός.
-Νομίζω ότι πρέπει να σκάψουμε βαθιά όλο το αμπέλι. Έτσι όπου και να βρίσκεται θα τον βρούμε είπε ο ένας.
-Να μη χάνουμε λοιπόν καιρό , είπε ο δεύτερος.
Με τις τσάπες τους έσκαβαν βαθιά στο χώμα και το αναποδογύριζαν.
-Τα κλαδιά μας εμποδίζουν , είπε ο ένας.
-Ας τα κλαδέψουμε είπε ο άλλος.

Συνεχίζοντας έτσι έφτασαν στο τέλος. Έσκαψαν και την τελευταία πιθαμή αλλά ο θησαυρός πουθενά! Απογοητευμένοι γύρισαν στο σπίτι τους…

Πέρασε καιρός ήρθε το Καλοκαίρι και στη συνέχεια το Φθινόπωρο . Ήταν η εποχή να τρυγήσουν και τα δύο αδέλφια ξεκίνησαν πάλι για τ’ αμπέλι. Μα εκεί , με μεγάλη έκπληξη είδαν τις βέργες με τόσα πολλά σταφύλια που ακουμπούσαν τη γη! Άρχισαν με χαρά να κόβουν τα σταφύλια, να γεμίζουν τα κοφίνια και να τα σωριάζουν στα πατητήρια.

Η σοδιά του αυτό το χρόνο ήταν… θησαυρός!
Πουλούσαν τα σταφύλια και άλλα τα έκαναν κρασί και το πουλούσαν κι αυτό. Κι έπαιρναν χρήματα , τα σώριαζαν πάνω στο τραπέζι και τα μοίραζαν δίκαια, όπως τους είχε πει ο πατέρας τους.
Έτσι θησαυρό μπορεί να μη βρήκαν, όμως οι κόποι τους ξεπληρώθηκαν με το παραπάνω!

 

 

 

Σοφά λόγια

Αν δώσεις ένα ψάρι σ’ έναν άνθρωπο θα φάει μια φορά.
Αν του μάθεις να ψαρεύει θα τρώει σ’ όλη του τη ζωή.

Αν τα σχέδιά σου είναι για ένα χρόνο σπείρε σπόρους.
Αν είναι για δέκα χρόνια, φύτεψε ένα δέντρο
Αν είναι για εκατό χρόνια, μόρφωσε το λαό.

Σπέρνοντας μία φορά σπόρους, σοδιάζεις μια φορά.
Φυτεύοντας ένα δέντρο, σοδιάζεις δέκα φορές.
Μορφώνοντας το λαό, σοδιάζεις εκατό φορές.

Κουάνγκ – Τσέου
4ος-3ος αιώνας π.Χ. (Κίνα)

 

Περιμένοντας τις Αλκυονίδες ?

Αλκυονίδες Μέρες (Halcyon Days): Οι Αρχαίοι Έλληνες είχαν παρατηρήσει τις λίγες μέρες καλοκαιρίας που παρουσιάζονται το χειμώνα. Είναι μέρες ηλιόλουστες χωρίς σύννεφα και ανέμους. Η ονομασία τους προήλθε από τις αλκυόνες που τις μέρες αυτές γεννούν.

Οι «Αλκυονίδες ημέρες» τοποθετούνται στο χρονικό διάστημα από την 15η Δεκεμβρίου έως και την 15η Φεβρουαρίου εκάστου έτους, με μεγαλύτερη συχνότητα το διάστημα 15-31 Δεκεμβρίου και 16-31 Ιανουαρίου.

Όπως λοιπόν μας λέει ο μύθος:
η Αλκυόνη πριν γίνει πουλί ήταν μία πανέμορφη γυναίκα κόρη του Θεού των ανέμων Αίολου και της Ενάρετης. Η Αλκυόνη ήταν παντρεμένη με τον Κήυκα. Η ένωσή τους ήταν τέλεια κι ένιωθαν τόσο ευτυχισμένοι, ώστε να νομίζουν ότι δεν ήταν κοινοί άνθρωποι. Σιγά σιγά, άρχισαν να πιστεύουν ότι είναι ισάξιοι των Θεών. Ο Κήυκας θεώρησε τον εαυτό του ισάξιο του Δία και η Αλκυόνη ισάξιο της Ήρας.

Τόσο πολύ το πίστεψαν πού άρχισαν να φωνάζουν ο ένας τον άλλο με τα ονόματα Δίας και Ήρα, με αυτό τον τρόπο προκάλεσαν τους Θεούς και ιδιαίτερα τον Δία. Όταν το έμαθε ο Δίας θύμωσε τόσο που μια μέρα που ο Κήυκας ήταν με το καράβι του στ? ανοιχτά έριξε κεραυνό και το τσάκισε, με αποτέλεσμα αβοήθητος καθώς ήταν να πέσει στα μανιασμένα κύματα ο Κήυκας να πνιγεί.

Όταν έμαθε η Αλκυόνη το γεγονός πήγε με αγωνία στ? ακρογυάλι μήπως μπορέσει να βρει τον αγαπημένο της ζωντανό, το μόνο όμως που βρήκε ήταν λίγα σπασμένα ξύλα που είχε ξεβράσει το νερό, άρχισε τότε να κλαίει απαρηγόρητα, μερόνυχτα θρηνούσε τον χαμό του αγαπημένου της.

Ο Δίας στο τέλος την λυπήθηκε και την μεταμόρφωσε σε πουλί.

Ένα πανέμορφο πουλί που πήρε το όνομά της, και το οποίο ζει κοντά στη θάλασσα, σαν να περιμένει να εμφανιστεί μέσα από τα κύματα ο χαμένος Κήυκας.. Το μαρτύριό της όμως δεν είχε τελειώσει, γεννούσε τα αυγά της, μέσα στη βαρυχειμωνιά και τα κλωσούσε στα βράχια της ακτής. Μα τα αγριεμένα κύματα ορμούσαν στη στεριά, σκαρφάλωναν στα βράχια, κατέστρεφαν τη φωλιά και τ? αυγά της.

Για άλλη μία φορά ο Δίας έδειξε συμπόνια για την Αλκυόνη, δεκαπέντε μέρες στην καρδιά του χειμώνα, να κοπάζουν οι άνεμοι, να ζεσταίνει την πλάση ο ήλιος, μέχρι να μπορέσει η Αλκυόνη να κλωσήσει τ? αυγά και να βγουν τα μικρά της από μέσα.

Ο βασιλιάς και το τρελό νερό

Μια φορά κι έναν καιρό ήτανε ένας σουλτάνος, καλός και δίκαιος και είχε έναν βεζύρη, που ήτανε και αυτός καλός και ήταν κι αστρολόγος.

Μια μέρα ο βεζύρης λέγει του σουλτάνου, πως είδε κάποια σημάδια στον ουρανό πως θα βρέξει στον κόσμο ένα νερό τρελό, και πως όποιος το πιει αυτό το νερό, θα τρελαίνεται. Και πως όλοι οι άνθρωποι που ζούνε στην επικράτειά τους θα πιούνε και θα χάσουνε τα λογικά τους, και δεν θα νιώθουνε πια τίποτα, μήτε τι είναι σωστό και τι είναι ψεύτικο, μήτε τι είναι καλό και τι είναι κακό, μήτε τι είναι νόστιμο και τι άνοστο, μήτε τι είναι δίκαιο και τι άδικο.

Σαν τ? άκουσε αυτά τα λόγια ο Σουλτάνος γυρίζει και λέγει στον βεζύρη: Αφού θα τρελαθεί όλος ο κόσμος, πρέπει να κοιτάξουμε να μην τρελαθούμε κι εμείς, γιατί αλλιώς πώς θα τους κρίνουμε με δικαιοσύνη; Του λέγει ο βεζύρης πως ο λόγος του είναι σωστός και πως θά ?πρεπε να προστάξει να μαζέψουνε από το καλό νερό που πίνανε, και να το φυλάξουμε μέσα στις στέρνες, για να μην πίνουνε από το χαλασμένο και κρίνουμε παλαβά κι άδικα, μα δίκαια, όπως έχουνε χρέος.

Έτσι κι έγινε. Σε λίγον καιρό έβρεξε στ? αλήθεια, και το νερό ήτανε τρελό νερό, και τρελαθήκανε όλοι οι άνθρωποι, και δεν γνωρίζανε οι καημένοι τι τους γίνεται, και είχανε το ψεύτικο για αληθινό, το κακό για καλό, το άδικο για δίκαιο. Μα ο σουλτάνος κι ο βεζύρης πίνανε από το καλό νερό που είχανε φυλαγμένο, και δεν τρελλαθήκανε, αλλά κρίνανε τον κόσμο με δικαιοσύνη.

Μα ο κόσμος τά ?βλεπε ανάποδα και δεν ήτανε ευχαριστημένος από την κρίση του σουλτάνου και του βεζύρη και φωνάζανε πως τους αδικούνε και κοντεύανε να σηκώσουνε επανάσταση. Μετά από καιρό, σαν είδανε κι αποείδανε, ο σουλτάνος κι ο βεζύρης, χάσανε το κουράγιο τους, και λέγει ο σουλτάνος στο βεζύρη: Τούτοι οι φουκαράδες αληθινά χάσανε τα φρένα τους και τα βλέπουνε όλα ανάποδα κι όπως πάμε, μπορεί να μας σκοτώσουν επειδή θέλουμε να τους κρίνουμε με δικαιοσύνη για να ευτυχήσουνε. Το λοιπόν, βεζύρ αφέντη, άιντε να χύσουμε το καλό νερό από τις στέρνες, και να πιάσουμε να πίνουμε κι εμείς από το τρελλό νερό, να γίνουμε σαν κι αυτούς και τότε θα μας καταλαβαίνουνε και θα μας αγαπάνε. Έτσι κι έγινε. Ήπιαν και αυτοί από το παλαβό νερό και τρελλαθήκανε, και κρίναμε τρελλά κι άδικα, κι ο κόσμος απόμεινε ευχαριστημένος και πολυχρονίζανε τον σουλτάνο».

_____

Πηγή:  «Ευλογημένο Καταφύγιο» του Φώτη Κόντογλου